Μετάβαση στο περιεχόμενο

παλκοσένικο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλκοσένικο τα παλκοσένικα
      γενική του παλκοσένικου των παλκοσένικων
    αιτιατική το παλκοσένικο τα παλκοσένικα
     κλητική παλκοσένικο παλκοσένικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλκοσένικο < (άμεσο δάνειο) ιταλική palcoscenico

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παλκοσένικο ουδέτερο

  1. το ξύλινο πάτωμα σκηνής θεάτρου
      που παριστάνονταν, όπως φαίνεται, και στις μέρες του Κ: ένα ξύλινο παλκοσένικο (ίσως με καταπακτές ή σκάλα) με μερικά ζωγραφισμένα τελάρα (που ίσως έχουν και πραγματικές πόρτες), τα οποία δείχνουν την απαιτούμενη πανοραμική όψη μιας πόλης, όπως και ένα παλάτι, και μπορούν να αλλάζουν στη στιγμή (Βάλτερ Πούχνερ, Μελετήματα θεάτρου: το Κρητικό θέατρο, εκδ. Χ. Μπούρα, 1991, σελ. 288)
  2. η δουλειά των ηθοποιών και άλλων καλλιτεχνών που χρησιμοποιούν το παλκοσένικο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]