Μετάβαση στο περιεχόμενο

παλμοσκόπιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλμοσκόπιο τα παλμοσκόπια
      γενική του παλμοσκόπιου
& παλμοσκοπίου
των παλμοσκόπιων
& παλμοσκοπίων
    αιτιατική το παλμοσκόπιο τα παλμοσκόπια
     κλητική παλμοσκόπιο παλμοσκόπια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλμοσκόπιο < παλμός + -ο- + -σκόπιο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παλμοσκόπιο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]