παπάτζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παπάτζα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παπάτζα θηλυκό

  1. η προσπάθεια που κάνει κάποιος για να κρύψει την άγνοια ή την ημιμάθειά του γύρω από ένα θέμα
    Μη μου πουλάς παπάτζες, ξέρω από αυτοκίνητα.
  2. η προσπάθεια κάποιου να παρουσιαστεί καλύτερος από ότι είναι ώστε να επιτύχει κάποιο σκοπό
  3. το αποτέλεσμα μιας βιαστικής και πρόχειρης προσπάθειας ολοκλήρωσης ενός έργου
    Δεν προλαβαίνω μέχρι αύριο να γράψω την εργασία, θα κάνω μια παπάτζα.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]