πεοθηλασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεοθηλασμός < πέος + θηλασμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεοθηλασμός αρσενικό

  • η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του πέους με το στόμα, ο στοματικός έρωτας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]