πια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πια < λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpça/

Επίρρημα[επεξεργασία]

πια

  1. ήδη
  2. ενισχύει τη σημασία του ρήματος με την έννοια του οριστικού και τελεσίδικου, πλέον
    • (σε αρνητική εκφορά)
      Δε μένουμε πια εδώ.
    • (με αναφορά στο μέλλον)
      Δεν πρέπει πια να λες χυδαία λόγια.
  3. τελικά
  4. (τώρα +) συχνά επιφωνηματικά
    Tώρα πια μεγάλωσαν οι δουλειές μας.
    τώρα πια είναι κοντά μας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια

Πηγές[επεξεργασία]