πιστότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιστότητα πιστότητες
γενική πιστότητας πιστοτήτων
αιτιατική πιστότητα πιστότητες
κλητική πιστότητα πιστότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιστότητα < αρχαία ελληνική πιστότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιστότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του πιστού, αυτού που αναπαράγει νοήματα, μέσα, αγαθά ή λόγο με μεγάλη ακρίβεια
    μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου υψηλής πιστότητας


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]