πολυχρονία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πολυχρονία πολυχρονία πολυχρονῖαι
Γενική πολυχρονίας πολυχρονίαιν πολυχρονιῶν
Δοτική πολυχρονί πολυχρονίαιν πολυχρονίαις
Αιτιατική πολυχρονίαν πολυχρονία πολυχρονίας
Κλητική πολυχρονία πολυχρονία πολυχρονῖαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυχρονία < πολυ- + χρόν(ος) + -ία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυχρονία θηλυκό

  • πολυκαιρία, μακρύς χρόνος
    τὰ πρόβατα ἐν Μαγνησίᾳ καὶ Λιβύῃ τίκτει δίς. τὸ δ' αἴτιον ἡ πολυχρονία τοῦ τόκου
    (Αριστοτέλης, Προβλήματα 10)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Νέα ελληνικάδείτε τις λέξεις: πολύχρονος, πολυχρόνιο και πολυχρονίζω

Αναφορές [επεξεργασία]

  • πολυχρονία στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.