πολύεδρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολύεδρο πολύεδρα
γενική πολυέδρου
& πολύεδρου
πολυέδρων
& πολύεδρων
αιτιατική πολύεδρο πολύεδρα
κλητική πολύεδρο πολύεδρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολύεδρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του πολύεδρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολύεδρο ουδέτερο


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αιτιατική του αρσεικού επιθέτου ο πολύεδρος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]