προζύμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προζύμι προζύμια
γενική προζυμιού προζυμιών
αιτιατική προζύμι προζύμια
κλητική προζύμι προζύμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προζύμι < προ + ζύμη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προζύμι ουδέτερο

  1. μικρή ποσότητα της ζυμαριού (συνήθως για ψωμί) από προηγούμενο ζύμωμα που αφήνεται να υποστεί ζύμωση και χρησιμεύει για την παραγωγή νέας ζύμης (αντί για μαγιά μπύρας)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]