προσυδάτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσυδάτωση προσυδατώσεις
γενική προσυδάτωσης
& προσυδατώσεως
προσυδατώσεων
αιτιατική προσυδάτωση προσυδατώσεις
κλητική προσυδάτωση προσυδατώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσυδάτωση < προσυδατώνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσυδάτωση θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]