πυρακτώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυρακτώνω < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή πυρακτόω- + -ώνω < πῦρ και ἄγω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ɾaˈkto.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πυ‐ρα‐κτώ‐νω

Ρήμα[επεξεργασία]

πυρακτώνω

  1. υπερθερμαίνω κάτι έως ότου γίνεται πια διάπυρο, να κοκκινίζει και να λάμπει
  2. (μεταφορικά) κάνω κάτι πολύ ζεστό, να καίει όταν το αγγίζει κάποιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]