σαγρές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαγρές σαγρέδες
γενική σαγρέ σαγρέδων
αιτιατική σαγρέ σαγρέδες
κλητική σαγρέ σαγρέδες
ο πληθυντικός για το ερμήνευμα 2

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγρές < τουρκική sağrı

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαγρές αρσενικό

  1. (αρχιτεκτονική) άλλη μορφή του σαγρέ
  2. δέρμα (αλόγου ή γαϊδουριού) με τραχιά και κοκκώδη επιφάνεια που χρησιμοποιείται συνήθως στη βιβλιοδεσία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]