σαγρές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σαγρές οι σαγρέδες
      γενική του σαγρέ των σαγρέδων
    αιτιατική τον σαγρέ τους σαγρέδες
     κλητική σαγρέ σαγρέδες
ο πληθυντικός για το ερμήνευμα 2
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγρές < τουρκική sağrı

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαγρές αρσενικό

  1. (αρχιτεκτονική) άλλη μορφή του σαγρέ
  2. δέρμα (αλόγου ή γαϊδουριού) με τραχιά και κοκκώδη επιφάνεια που χρησιμοποιείται συνήθως στη βιβλιοδεσία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]