σακούλιασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακούλιασμα σακουλιάσματα
γενική σακουλιάσματος σακουλιασμάτων
αιτιατική σακούλιασμα σακουλιάσματα
κλητική σακούλιασμα σακουλιάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σακούλιασμα < σακουλιάζω + -μα < σακούλα < σάκος αρχαία ελληνική σάκκος / σάκος < σημιτική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sa.ˈku.ʎa.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σακούλιασμα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]