Μετάβαση στο περιεχόμενο

σκέπη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σκεπή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η σκέπη
      γενική της σκέπης
    αιτιατική τη σκέπη
     κλητική σκέπη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σκέπη < Οι σημασίες 1,2 (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκέπη (σκέπασμα, προστασία). Οι σημασίες 3,4,5 < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκέπη[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsce.pi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκέπη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σκέπη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (λόγιο, εκκλησιαστικός όρος) κάλυμμα, σκέπασμα
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: σκεπή, στέγη
  2. (λόγιο, μεταφορικά, εκκλησιαστικός όρος) η προστασία
    παράδειγμα  υπό την σκέπη(ν)
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: αιγίδα
  3. (ενδυμασία, εκκλησιαστικός όρος, λαογραφία) είδος παραδοσιασκού καλύμματος της κεφαλής γυναικών ή θαυματουργών εικόνων
    χρειάζεται παράθεμα
  4. (βιολογία) λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: μπόλια, πάννα, περιτόναιο
  5. (σπάνιο) λεπτή μεμβράνη που καλύπτει το πρόσωπο νεογέννητων μωρών
    χρειάζεται παράθεμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σκέπη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σκέπη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)