σκεύασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκεύασμα τα σκευάσματα
      γενική του σκευάσματος των σκευασμάτων
    αιτιατική το σκεύασμα τα σκευάσματα
     κλητική σκεύασμα σκευάσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκεύασμα < ελληνιστική κοινή σκεύασμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκεύασμα ουδέτερο

  1. Δεν υπήρχαν τότε τα διάφορα βιομηχανοποιημένα σκευάσματα, τα περισσότερα φάρμακα γίνονταν στο γουδί. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]