σκλήθρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκλήθρα σκλήθρες
γενική σκλήθρας σκληθρών
αιτιατική σκλήθρα σκλήθρες
κλητική σκλήθρα σκλήθρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκλήθρα < → Η ετυμολογία λείπει.


σκλήθρες την άνοιξη
τα άνθη μιας σκλήθρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκλήθρα θηλυκό

  1. (βοτανική) φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, του γένους Alnus, με ωοειδή ή ελλειπτικά οδοντωτά φύλλα και με μικρά πράσινα άνθη που σχηματίζουν ίουλους
  2. μικρό μυτερό κομματάκι ξύλου

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]