σμιλεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμιλεύω < ελληνιστική κοινή σμιλεύομαι < αρχαία ελληνική σμίλη

Ρήμα[επεξεργασία]

σμιλεύω (παθητική φωνή: σμιλεύομαι)

  1. δουλεύω με τη σμίλη γλύφοντας κάποιο υλικό (μάρμαρο, πέτρα κ.λπ.) και δίνοντάς του μια μορφή (άγαλμα, ειδώλιο κ.λπ.)
  2. (μεταφορικά) διαμορφώνω πχ. την προσωπικότητα ενός ανθρώπου
  3. (μεταφορικά) γυμνάζω και γραμμώνω κάποιο σώμα, κορμί κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]