κορμί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορμί κορμιά
γενική κορμιού κορμιών
αιτιατική κορμί κορμιά
κλητική κορμί κορμιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορμί < μεσαιωνική ελληνική κορμί < αρχαία ελληνική κορμός (υποκοριστικό κορμίον)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορμί ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θα σου λιώσω το κορμί (ιδιωματική έκφραση φαντάρων)
  • χαμένο κορμί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]