στυπεῖον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στυπεῖον στυπείω στυπεῖα
Γενική στυπείου στυπείοιν στυπείων
Δοτική στυπεί στυπείοιν στυπείοις
Αιτιατική στυπεῖον στυπείω στυπεῖα
Κλητική στυπεῖον στυπείω στυπεῖα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στυπεῖον < στύπη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στυπεῖον (& στυππεῖον & στυππίον)

  1. στουπί
  2. χοντρό σχοινί από ακατέργαστο λινάρι
    ἀνάπτεται δ' ἑτοίμως ὑπὸ πυρείου καὶ ἔριον καὶ στυπεῖον καὶ θρυαλλὶς καὶ νάρθηξ καὶ πᾶν ὅ τι ἂν ὁμοίως ᾖ ξηρόν τε καὶ χαῦνον. (Γαληνός, Περί κράσεων, 1, 658, 2)
  3. καννάβι