στύψιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στύψιμο στυψίματα
γενική στυψίματος στυψιμάτων
αιτιατική στύψιμο στυψίματα
κλητική στύψιμο στυψίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στύψιμο < στειψ- (στύβω, έστυψα) + -ιμο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsti.psi.mɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στύψιμο ουδέτερο

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στύβω
    το στύψιμο των ρούχων

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]