Μετάβαση στο περιεχόμενο

στύβω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στύβω < αρχαία ελληνική στείβω (πατώ). Η γραφή με < υ > προέκυψε από παρετυμολογία προς το αρχαίο στύφω (σουφρώνω τα χείλη από στυφή γεύση).[1] Είναι πιο συνηθισμένη από την ετυμολογικά συνεπή στείβω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsti.vo/

στύβω, αόρ.: έστυψα, παθ.φωνή: στύβομαι, μτχ.π.π.: στυμμένος

  1. πιέζω καρπό (κυρίως εσπεριδοειδούς) για να βγει ο χυμός του
    • στύβω πορτοκάλι και μανταρίνι για να φτιάξω έναν ωραίο χυμό
     συνώνυμα: εκπιέζω (λόγιο, παρωχημένο)
  2. συστρέφω κάτι βρεγμένο (υφασμάτινο, μάλλινο κλπ.) για να βγει το υγρό που περιέχει
    • δεν έστυψες καλά τα ρούχα και στάζουν νερά
    • το πλυντήριο στύβει τα ρούχα με 1.200 στροφές το λεπτό!
  3. (μεταφορικά) πιέζω κάποιον υπερβολικά για να πάρω ότι αποτέλεσμα προκύψει (όπως το χυμό από τα φρούτα)
    • το αφεντικό μου με έχει στύψει, με έχει ξεζουμίσει
      Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Τριπλή γραφή:
θέμα στειβ- και γραφή στυβ- (γράφονται και στιβ-)

θέμα στιβ-

και

θέμα στοιβ-

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]