στύβω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στύβω < αρχαία ελληνική στείβω (πατώ). Η γραφή με < υ > προέκυψε από παρετυμολογία προς το αρχαίο στύφω (σουφρώνω τα χείλη από στυφή γεύση).[1] Είναι πιο συνηθισμένη από την ετυμολογικά συνεπή στείβω.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]στύβω, αόρ.: έστυψα, παθ.φωνή: στύβομαι, μτχ.π.π.: στυμμένος
- πιέζω καρπό (κυρίως εσπεριδοειδούς) για να βγει ο χυμός του
- στύβω πορτοκάλι και μανταρίνι για να φτιάξω έναν ωραίο χυμό
- συστρέφω κάτι βρεγμένο (υφασμάτινο, μάλλινο κλπ.) για να βγει το υγρό που περιέχει
- δεν έστυψες καλά τα ρούχα και στάζουν νερά
- το πλυντήριο στύβει τα ρούχα με 1.200 στροφές το λεπτό!
- (μεταφορικά) πιέζω κάποιον υπερβολικά για να πάρω ότι αποτέλεσμα προκύψει (όπως το χυμό από τα φρούτα)
- το αφεντικό μου με έχει στύψει, με έχει ξεζουμίσει
- ※ Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]|
Τριπλή γραφή: |
θέμα στιβ- και |
θέμα στοιβ- |
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στύβω | έστυβα | θα στύβω | να στύβω | στύβοντας | |
| β' ενικ. | στύβεις | έστυβες | θα στύβεις | να στύβεις | στύβε | |
| γ' ενικ. | στύβει | έστυβε | θα στύβει | να στύβει | ||
| α' πληθ. | στύβουμε | στύβαμε | θα στύβουμε | να στύβουμε | ||
| β' πληθ. | στύβετε | στύβατε | θα στύβετε | να στύβετε | στύβετε | |
| γ' πληθ. | στύβουν(ε) | έστυβαν στύβαν(ε) |
θα στύβουν(ε) | να στύβουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έστυψα | θα στύψω | να στύψω | στύψει | ||
| β' ενικ. | έστυψες | θα στύψεις | να στύψεις | στύψε | ||
| γ' ενικ. | έστυψε | θα στύψει | να στύψει | |||
| α' πληθ. | στύψαμε | θα στύψουμε | να στύψουμε | |||
| β' πληθ. | στύψατε | θα στύψετε | να στύψετε | στύψτε | ||
| γ' πληθ. | έστυψαν στύψαν(ε) |
θα στύψουν(ε) | να στύψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω στύψει | είχα στύψει | θα έχω στύψει | να έχω στύψει | ||
| β' ενικ. | έχεις στύψει | είχες στύψει | θα έχεις στύψει | να έχεις στύψει | έχε στυμμένο | |
| γ' ενικ. | έχει στύψει | είχε στύψει | θα έχει στύψει | να έχει στύψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε στύψει | είχαμε στύψει | θα έχουμε στύψει | να έχουμε στύψει | ||
| β' πληθ. | έχετε στύψει | είχατε στύψει | θα έχετε στύψει | να έχετε στύψει | έχετε στυμμένο | |
| γ' πληθ. | έχουν στύψει | είχαν στύψει | θα έχουν στύψει | να έχουν στύψει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (μεταβατικοί) | ||||||
| Παρακείμενος | έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) στυμμένο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) στυμμένο | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) στυμμένο | |||||
| Υποτακτική | να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) στυμμένο | |||||
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | στύβομαι | στυβόμουν(α) | θα στύβομαι | να στύβομαι | ||
| β' ενικ. | στύβεσαι | στυβόσουν(α) | θα στύβεσαι | να στύβεσαι | ||
| γ' ενικ. | στύβεται | στυβόταν(ε) | θα στύβεται | να στύβεται | ||
| α' πληθ. | στυβόμαστε | στυβόμαστε στυβόμασταν |
θα στυβόμαστε | να στυβόμαστε | ||
| β' πληθ. | στύβεστε | στυβόσαστε στυβόσασταν |
θα στύβεστε | να στύβεστε | (στύβεστε) | |
| γ' πληθ. | στύβονται | στύβονταν στυβόντουσαν |
θα στύβονται | να στύβονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | στύφτηκα | θα στυφτώ | να στυφτώ | στυφτεί | ||
| β' ενικ. | στύφτηκες | θα στυφτείς | να στυφτείς | στύψου | ||
| γ' ενικ. | στύφτηκε | θα στυφτεί | να στυφτεί | |||
| α' πληθ. | στυφτήκαμε | θα στυφτούμε | να στυφτούμε | |||
| β' πληθ. | στυφτήκατε | θα στυφτείτε | να στυφτείτε | στυφτείτε | ||
| γ' πληθ. | στύφτηκαν στυφτήκαν(ε) |
θα στυφτούν(ε) | να στυφτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω στυφτεί | είχα στυφτεί | θα έχω στυφτεί | να έχω στυφτεί | στυμμένος | |
| β' ενικ. | έχεις στυφτεί | είχες στυφτεί | θα έχεις στυφτεί | να έχεις στυφτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει στυφτεί | είχε στυφτεί | θα έχει στυφτεί | να έχει στυφτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε στυφτεί | είχαμε στυφτεί | θα έχουμε στυφτεί | να έχουμε στυφτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε στυφτεί | είχατε στυφτεί | θα έχετε στυφτεί | να έχετε στυφτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν στυφτεί | είχαν στυφτεί | θα έχουν στυφτεί | να έχουν στυφτεί | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι στυμμένος - είμαστε, είστε, είναι στυμμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν στυμμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν στυμμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι στυμμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι στυμμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι στυμμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι στυμμένοι | |||||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ στύβω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας