στύβω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στύβω < αρχαία ελληνική στείβω (πατώ). Η γραφή με < υ > προέκυψε από παρετυμολογία προς το αρχαίο στύφω (σουφρώνω τα χείλη από στυφή γεύση).[1] Είναι πιο συνηθισμένη από την ετυμολογικά συνεπή στείβω.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsti.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στύβω, αόρ.: έστυψα, παθ.φωνή: στύβομαι, μτχ.π.π.: στυμμένος

  1. πιέζω καρπό (κυρίως εσπεριδοειδούς) για να βγει ο χυμός του
    • στύβω πορτοκάλι και μανταρίνι για να φτιάξω έναν ωραίο χυμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκπιέζω (λόγιο, παρωχημένο)
  2. συστρέφω κάτι βρεγμένο (υφασμάτινο, μάλλινο κλπ.) γα να βγει το υγρό που περιέχει
    • δεν έστυψες καλά τα ρούχα και στάζουν νερά
    • το πλυντήριο στύβει τα ρούχα με 1.200 στροφές το λεπτό!
  3. (μεταφορικά) πιέζω κάποιον και τον εξαναγκάζω να εργαστεί υπερβολικά

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Τριπλή γραφή:
θέμα στειβ- και γραφή στυβ- (γράφονται και στιβ-)

θέμα στιβ-

και

θέμα στοιβ-

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. στύβω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.