Μετάβαση στο περιεχόμενο

στίβος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στίβος οι στίβοι
      γενική του στίβου των στίβων
    αιτιατική τον στίβο τους στίβους
     κλητική στίβε στίβοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στίβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίβος (πατημένος δρόμος, αχνάρι), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική track[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsti.vos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στίβος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στίβος αρσενικό

  1. το τμήμα ενός γηπέδου ή σταδίου, στο οποίο διεξάγονται αγωνίσματα κλασικού αθλητισμού
  2. (συνεκδοχικά) τα αγωνίσματα κλασικού αθλητισμού (αγώνες δρόμου, ρίψεων, αλμάτων κ.λπ.) που γίνονται στον στίβο
  3. (μεταφορικά) το πεδίο ή ο χώρος που διεξάγεται μια δραστηριότητα (πολιτική, καλλιτεχνική κ.λπ.)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. στίβος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. στίβος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)