στύφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στύφω < αρχαία ελληνική στύφω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στύφω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στύφω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στύφω (ῡ)

  1. συστέλλω, συμμαζεύω
  2. σουφρώνω τα χείλια, επειδή δοκίμασα κάτι στυφό
  3. είμαι στυφός, προξενώ στυφότητα
  4. είμαι τραχύς και αυστηρός
  5. είμαι κατηφής
  6. είμαι δυσκοίλιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]