σύνοψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύνοψη < αρχαία ελληνική σύνοψις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύνοψη θηλυκό

  • Σύντομη μορφή ενός κειμένου ή συγγράματος.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]