ταΐζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταΐζω < μεσαιωνική ελληνική ταγίζω < ελληνιστική κοινή ταγή < αρχαία ελληνική τάσσω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *taǵ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ταΐζω

  1. δίνω σε κάποιον τροφή μεταφέροντάς την ως το στόμα του
    Ταΐζει το μωρό την κρέμα με το κουταλάκι.
  2. φιλοξενώ κάποιον
    Τόσο καιρό τον ταΐζουμε και τον ποτίζουμε, αλλά ένα ευχαριστώ δεν είπε.
  3. εξασφαλίζω σε κάποιον δικό μου άνθρωπο τα απαραίτητα για τη ζωή
    Είναι άνεργος κι έχει τόσα στόματα να ταΐσει.
    Ως πότε θα κάθεσαι να σε ταΐζουμε; Πήγαινε να πιάσεις καμιά δουλειά!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]