ταμπλίστας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταμπλίστας ταμπλίστες
γενική ταμπλίστα ταμπλιστών
αιτιατική ταμπλίστα ταμπλίστες
κλητική ταμπλίστα ταμπλίστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταμπλίστας < γαλλική table + -ίστας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταμπλίστας αρσενικό (θηλυκό: ταμπλίστρια)

  • (νεολογισμός) ειδικότητα σε εστιατόρια, το πρόσωπο που χρεώνει σε κάθε τραπέζι τα φαγητά που παραδίδονται σε αυτό
    Ο συνδικαλιστής, που είχε προϋπηρεσία 32 ετών, εργαζόταν σε ξενοδοχειακή μονάδα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως ταμπλίστας (δηλαδή, χρέωνε τα φαγητά που έβγαιναν από την κουζίνα του ξενοδοχείου προς κατανάλωση στο εστιατόριο). (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]