τεστοστερόνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεστοστερόνη < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεστοστερόνη θηλυκό

  1. (βιολογία): στεροειδές ανδρογόνο που παράγεται στους όρχεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]