Μετάβαση στο περιεχόμενο

τεταρτηρόν

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
Τεταρτηρόν της Θεοδώρας των Μακεδόνων (1055-56)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεταρτηρόν < τέταρτος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεταρτηρόν ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ τεταρτηρόν τὰ τεταρτηρᾰ́
      γενική τοῦ τεταρτηροῦ τῶν τεταρτηρῶν
      δοτική τῷ τεταρτηρ τοῖς τεταρτηροῖς
    αιτιατική τὸ τεταρτηρόν τὰ τεταρτηρᾰ́
     κλητική ! τεταρτηρόν τεταρτηρᾰ́
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τεταρτηρώ
γεν-δοτ τοῖν  τεταρτηροῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'φυτόν' όπως «φυτόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τεταρτηρόν < τέταρτος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τεταρτηρόν ουδέτερο