τοπάζιον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | τοπάζιον | τὰ | τοπάζιᾰ |
| γενική | τοῦ | τοπαζίου | τῶν | τοπαζίων |
| δοτική | τῷ | τοπαζίῳ | τοῖς | τοπαζίοις |
| αιτιατική | τὸ | τοπάζιον | τὰ | τοπάζιᾰ |
| κλητική ὦ! | τοπάζιον | τοπάζιᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τοπαζίω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τοπαζίοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τοπάζιον, εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μετάφραση των εβδομήκοντα.[1] Kατά τον Πλίνιο από τη γλώσσα των Τρωγλοδυτών[2] (ανατολικής προέλευσης, από αφρικανική ή σημιτική γλώσσα, όπως στο τοπωνύμιο του νησιού Τόπαζος στην Ερυθρά Θάλασσα).[1] O Beekes αναφέρεται και στην άποψη του Edjard J. Fournée,[3] που υπέθεσε προελληνική προέλευση λόγω της μορφής ταβάσιος.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τοπάζιον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)
- (ορυκτολογία) → δείτε τη λέξη τόπαζος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]τοπάζιον (ελληνιστική κοινή)
→ και δείτε τη λέξη τόπαζος
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 τοπάζι - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ «τοπάζιον» - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- ↑ Fournée, Edjard J. Die wichtigsten konsonantischen Erscheinungen des Vorgriechischen Den Haag, 1972, De Gruyter Mouton [γλώσσες: γερμανικά, αρχαία ελληνικά, λατινικά] 155, 344.
Πηγές
[επεξεργασία]- τοπάζιον - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- τόπαζος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ορυκτολογία (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)