τρίποντο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρίποντο τρίποντα
γενική τρίποντου τρίποντων
αιτιατική τρίποντο τρίποντα
κλητική τρίποντο τρίποντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρίποντο < τρι- + πόντος + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρίποντο ουδέτερο

  1. (αθλητισμός) επιτυχημένη βολή της μπάλας στο καλάθι σ’ ένα παιχνίδι μπάσκετ, σε σουτ που γίνεται από απόσταση 6.75 μέτρων (σε ευρωπαϊκά γήπεδα)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]