τρελογιατρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο τρελογιατρός οι τρελογιατροί
γενική του τρελογιατρού των τρελογιατρών
αιτιατική τον τρελογιατρό τους τρελογιατρούς
κλητική τρελογιατρέ τρελογιατροί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρελογιατρός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρελογιατρός αρσενικό ή θηλυκό, (ανεπίσημο) (θηλυκό τρελογιατρίνα)

  1. ψυχίατρος ή ψυχολόγος
  2. (σπάνιο) ιδιόρρυθμος γιατρός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]