τσιμεντάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσιμεντάς τσιμεντάδες
γενική τσιμεντά τσιμεντάδων
αιτιατική τσιμεντά τσιμεντάδες
κλητική τσιμεντά τσιμεντάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμεντάς < τσιμέντο + -άς < ιταλική cimento / cemento < λατινική caementum < caedo < πρωτοϊταλικά *kaidō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *keh₂id- / *kh₂eyd- (κόβω, λαξεύω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsi.mεn.ˈdas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσιμεντάς αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]