τσουβαλάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσουβαλάκι τσουβαλάκια
γενική
αιτιατική τσουβαλάκι τσουβαλάκια
κλητική τσουβαλάκι τσουβαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουβαλάκι < τσουβάλι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < τουρκική çuval < περσική کیسه (cuwāl)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουβαλάκι ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]