τυροκροκέτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυροκροκέτα τυροκροκέτες
γενική τυροκροκέτας τυροκροκετών
αιτιατική τυροκροκέτα τυροκροκέτες
κλητική τυροκροκέτα τυροκροκέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυροκροκέτα < τυρί + -ο- + κροκέτα (< ιταλική crocchetta < γαλλική croquette < croquer < croc)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυροκροκέτα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]