υπεκφυγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπεκφυγή υπεκφυγές
γενική υπεκφυγής υπεκφυγών
αιτιατική υπεκφυγή υπεκφυγές
κλητική υπεκφυγή υπεκφυγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπεκφυγή < υπό + εκ + φυγή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπεκφυγή θηλυκό

  • το να αποφεύγεις να τοποθετηθείς σε ένα ζήτημα ή να απαντήσεις ξεκάθαρα σε μια ερώτηση

32πχ Μεταφράσεις[]