Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερηχογράφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπερηχογράφος οι υπερηχογράφοι
      γενική του υπερηχογράφου των υπερηχογράφων
    αιτιατική τον υπερηχογράφο τους υπερηχογράφους
     κλητική υπερηχογράφε υπερηχογράφοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Υπερηχογράφος, 2022
Υπερηχογράφος, 2006

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπερηχογράφος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ultrasonograph[1]. Μορφολογικά αναλύεται σε υπέρηχος + -ο- + -γράφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπερηχογράφος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]