φάκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φάκα φάκες
γενική φάκας (φακών)
αιτιατική φάκα φάκες
κλητική φάκα φάκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φάκα < τουρκική fak < αραβική fak فخ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φάκα θηλυκό

  1. η ποντικοπαγίδα
  2. (κατ’ επέκταση) η παγίδα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]