φουφού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Τετραγωνική φουφού

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουφού < ίσως από παλιότερη τουρκική λέξη fufu ή από παραφθορά του βενετικού fogo

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουφού θηλυκό

  • πύραυνος, μαγκάλι, φορητή μεταλλική ή πήλινη κυλινδρική συνήθως κατασκευή με τρία ή τέσσερα στηρίγματα, μέσα στην οποία βάζουν κάρβουνα για μαγείρεμα
  • η φουφού του καστανά
  • Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους και βάλθηκαν να τρέχουν κυνηγημένοι (Διδώ Σωτηρίου, "Οι πρόσφυγες")

Μεταφράσεις[επεξεργασία]