πύραυνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πύραυνος πυραύνω πύραυνοι
Γενική πυραύνου πυραύνοιν πυραύνων
Δοτική πυραύν πυραύνοιν πυραύνοις
Αιτιατική πύραυνον πυραύνω πυραύνους
Κλητική πύραυνε πυραύνω πύραυνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πύραυνος < πῦρ + -αυνος < αὔω (με τη σημασία "ανάβω φωτιά")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πύραυνος [ῠ] αρσενικό - ελληνιστική κοινή (του 2ου αιώνα Κ.Ε.)

(στον ενικό, και ουδέτερο πύραυνον)
  1. αγγείο με ευρύ στομια που περιείχε αναμμένα κάρβουνα, (πρβλ. σύγχρονο μαγκάλι)[1]

Απόγονοι[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • εικόνες πυραύνων@google