Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαμόκλαδο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαμόκλαδο τα χαμόκλαδα
      γενική του χαμόκλαδου των χαμόκλαδων
    αιτιατική το χαμόκλαδο τα χαμόκλαδα
     κλητική χαμόκλαδο χαμόκλαδα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαμόκλαδο < χαμο- + κλαδί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαμόκλαδο ουδέτερο

  1. κλαδί δέντρου σε χαμηλό ύψος
  2. πληθυντικός: χαμόκλαδα: θάμνος ή συστάδα θάμνων
    ※  ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892
    κ' η θειά το Μαλαμώ ... έδεσε μέγα σάρωθρον εκ στοιβών και χαμοκλάδων και ήρχισε να σαρώνη το έδαφος του ναού."

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]