χαμόκλαδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαμόκλαδο ουδέτερο
- κλαδί δέντρου σε χαμηλό ύψος
- πληθυντικός: χαμόκλαδα: θάμνος ή συστάδα θάμνων
- ※ ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892
- κ' η θειά το Μαλαμώ ... έδεσε μέγα σάρωθρον εκ στοιβών και χαμοκλάδων και ήρχισε να σαρώνη το έδαφος του ναού."
- ※ ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892