Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαρτοφυλάκιον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ χαρτοφυλάκιον τὰ χαρτοφυλάκι
      γενική τοῦ χαρτοφυλακίου τῶν χαρτοφυλακίων
      δοτική τῷ χαρτοφυλακί τοῖς χαρτοφυλακίοις
    αιτιατική τὸ χαρτοφυλάκιον τὰ χαρτοφυλάκι
     κλητική ! χαρτοφυλάκιον χαρτοφυλάκι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  χαρτοφυλακίω
γεν-δοτ τοῖν  χαρτοφυλακίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαρτοφυλάκιον < χαρτο- + αρχαία ελληνική φυλάκιον (τύπος του φυλακεῖον)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαρτοφυλάκιον ουδέτερο