χοντραίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοντραίνω < χονδρύνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔ.ˈdɾɛ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

χοντραίνω

  1. (αμετάβατο) παχαίνω, γίνομαι πιο χοντρός από ό,τι ήμουν
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι ή κάποιον πιο χοντρό
    • κάνω κάποιον να φαίνεται πιο χοντρός
  3. κάνω τη φωνή μου πιο βαθιά και πιο χαμηλή
  4. (μεταφορικά) δίνω μεγαλύτερες από όσο πρέπει διαστάσεις ή έκταση σε κάτι
  5. (μεταφορικά) εκχυδαΐζω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]