ψήγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψήγμα ψήγματα
γενική ψήγματος ψηγμάτων
αιτιατική ψήγμα ψήγματα
κλητική ψήγμα ψήγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήγμα < αρχαία ελληνική ψῆγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψήγμα ουδέτερο

  1. ό,τι προέρχεται από τριβή και απόξεση, απόξεσμα, ρίνισμα
  2. (ιδίως στον πληθυντικό) ψήγματα, λεπτότατα κομμάτια μετάλλου
    • ψήγματα χρυσού
  3. (μεταφορικά) (συνήθως αρνητικά): ελάχιστη ποσότητα, ελάχιστο δείγμα, ίχνος
    • τα λεγόμενά του είναι ζήτημα εάν περιέχουν ψήγμα αλήθειας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]