ψαθοποιείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαθοποιείο ψαθοποιεία
γενική ψαθοποιείου ψαθοποιείων
αιτιατική ψαθοποιείο ψαθοποιεία
κλητική ψαθοποιείο ψαθοποιεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαθοποιείο < ψαθοποιός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψαθοποιείο ουδέτερο

  1. η βιοτεχνία ή το εργαστήριο όπου κατασκευάζονται ψάθες για διάφορες χρήσεις -παλιότερα ήταν και ο χώρος επιδιόρθωσης των ψάθινων ειδών π.χ. ομπρελών, στρωμάτων, καρεκλών κ.λπ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]