ομπρέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομπρέλα ομπρέλες
γενική ομπρέλας ομπρελών
αιτιατική ομπρέλα ομπρέλες
κλητική ομπρέλα ομπρέλες
μια γάτα περιποιείται τον εαυτό της κάτω από μια ομπρέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομπρέλα < ιταλική ombrella < λατινική umbra (=σκιά) < πρωτοϊταλικά *omra < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂mr-u- / *h₂mrup-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔm.ˈbɾɛ.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομπρέλα θηλυκό

  1. αντικείμενο που αποτελείται από μεταλλικό ή ξύλινο σκελετό πάνω στον οποίο τεντώνεται ύφασμα σε στρογγυλό σχήμα· ανοίγει ώστε να προστατέψει κάποιον από βροχή, ήλιο κ.λπ.
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε προστατεύει από κάτι απειλητικό ή επικίνδυνο
    Το σενάριο εξόδου από το ευρώ αποκλείεται λόγω κόστους (υποτίμηση δραχμής σημαίνει ανατίμηση χρέους και εξυπηρέτησής του, απώλεια σχετικής φερεγγυότητας από κοινοτική ομπρέλα, ακριβές διαδικασίες μετάβασης)... (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21/2/2010)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • ομπρέλα θαλάσσης: ομπρέλα με μεγάλης συνήθως διαμέτρου υφασμάτινο κάλυμμα που στερεώνεται στην άμμο και προστατεύει τους λουόμενους από τον ήλιο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]