ψυκτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψυκτικό ψυκτικά
γενική ψυκτικού ψυκτικών
αιτιατική ψυκτικό ψυκτικά
κλητική ψυκτικό ψυκτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυκτικό < ουδέτερο του ψυκτικός· αντί του ψυκτικό υγρό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψυκτικό ουδέτερο

  • υγρό που χρησιμοποιείται για την ψύξη μηχανών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ψυκτικό