Μετάβαση στο περιεχόμενο

ωμοφαγία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὠμοφαγία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωμοφαγία οι ωμοφαγίες
      γενική της ωμοφαγίας των ωμοφαγιών
    αιτιατική την ωμοφαγία τις ωμοφαγίες
     κλητική ωμοφαγία ωμοφαγίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ωμοφαγία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὠμοφαγία < ὠμοφάγος. Μορφολογικά αναλύεται σε ωμο- (ωμός) + -φαγία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.mo.faˈʝi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ωμοφαγία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ωμοφαγία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε τη λέξη ωμοβόρος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]