όρνεο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όρνεο όρνεα
γενική ορνέου
& όρνεου
ορνέων
& όρνεων
αιτιατική όρνεο όρνεα
κλητική όρνεο όρνεα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όρνεο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όρνεο ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]