ἀνάγκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ανάγκη

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀνάγκη ἀνάγκα ἀνάγκαι
Γενική ἀνάγκης ἀνάγκαιν ἀναγκῶν
Δοτική ἀνάγκ ἀνάγκαιν ἀνάγκαις
Αιτιατική ἀνάγκην ἀνάγκα ἀνάγκας
Κλητική ἀνάγκη ἀνάγκα ἀνάγκαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀνάγκη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *anḱ- (μοίρα, πεπρωμένο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀνάγκη θηλυκό (ἀνᾰγκη)

  1. ανάγκη, πιεστική επιθυμία, εξαναγκασμός
  2. λογική αναγκαιότητα
  3. πεπρωμένο
  4. κακοπάθεια, βασανισμός
  5. συγγενικός δεσμός αίματος

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]