ἄελλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄελλα ἀέλλα ἄελλαι
Γενική ἀέλλης ἀέλλαιν ἀελλῶν
Δοτική ἀέλλ ἀέλλαιν ἀέλλαις
Αιτιατική ἄελλαν ἀέλλα ἀέλλας
Κλητική ἄελλα ἀέλλα ἄελλαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄελλα < ἄημι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂wḗh₁- / *h₂weh₁-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄελλα θηλυκό

  1. ανεμοθύελλα, ανεμοστρόβιλος
  2. (κατ’ επέκταση) στροβιλισμός

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]